σπαργωτός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπαργωτός < σπαργώ + -ωτός < αρχαία ελληνική σπαργάω
Επίθετο
[επεξεργασία]σπαργωτός
- (αρχαιοπρεπές) που είναι γεμάτος ζωή και σφρίγος
σπαργωτός