στρόντιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρόντιο < νεολατινική strontium < Strontian (ένα χωριό στη Σκοτία, όπου και ανακαλύφθηκε)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρόντιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 38 και χημικό σύμβολο το Sr
πτώση ενικός
ονομαστική στρόντιο
γενική στροντίου
αιτιατική στρόντιο
κλητική στρόντιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]