σφυγμομέτρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφυγμομέτρηση < σφυγμός + μέτρηση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφυγμομέτρηση θηλυκό

  1. (ιατρική): η μέτρηση των σφυγμών (των καρδιακών παλμών)
  2. (πολιτική): (μεταφορικά) έρευνα καταμέτρησης τάσεων και διαθέσεων της κοινής γνώμης επί συγκεκριμένου θέματος ιδιαίτερου ενδιαφέροντος π.χ. επί πολιτικής εκλογής, δημοψηφίσματος, εμπορικών προϊόντων κ.λπ. που διενεργείται με ερωτηματολόγια.
  3. ανεπίσημη εκτίμηση προτιμήσεων, ιδιαίτερα πολιτικών

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος αποδίδεται κατά τον αντίστοιχο αγγλικό όρο poll που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1902 στις ΗΠΑ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]