σωτήρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωτήρ < αρχαία ελληνική σωτήρ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωτήρ < ο σώστης, αυτός που σώζει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωτήρ αρσενικό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη: σωτήρας

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωτήρ < σῴζω + -τήρ

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σωτήρ σωτῆρε σωτῆρες
Γενική σωτῆρος σωτήροιν σωτήρων
Δοτική σωτῆρι σωτήροιν σωτῆρσι(ν)
Αιτιατική σωτῆρα σωτῆρε σωτῆρας
Κλητική σῶτερ σωτῆρε σωτῆρες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωτήρ αρσενικό

  1. σωτήρας
    νομίσαντες τὸν μὲν Βρασίδαν σωτῆρά τε σφῶν γεγενῆσθαι (Θουκυδ. Ιστ. 5.11.1.9-10)