σῦριγξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Σῦριγξ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σῦριγξ σύριγγε σύριγγες
Γενική σύριγγος συρίγγοιν συρίγγων
Δοτική σύριγγι συρίγγοιν σύριγξι(ν)
Αιτιατική σύριγγα σύριγγε σύριγγας
Κλητική σῦριγξ σύριγγε σύριγγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σῦριγξ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σῦριγξ θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) η φλογέρα, το σουραύλι
  2. σφυρίγματα αποδοκιμασίας
  3. η τρύπα στο κέντρο τροχού
  4. (ανατομία) η τραχεία
  5. (ιατρική) το συρίγγιο (ιατρικός όρος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]