σῦριγξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Σῦριγξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σῦριγξ σύριγγε σύριγγες
Γενική σύριγγος συρίγγοιν συρίγγων
Δοτική σύριγγι συρίγγοιν σύριγξι(ν)
Αιτιατική σύριγγα σύριγγε σύριγγας
Κλητική σῦριγξ σύριγγε σύριγγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σῦριγξ < προελληνική[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σῦριγξ θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) η φλογέρα, το σουραύλι
  2. σφυρίγματα αποδοκιμασίας
  3. η τρύπα στο κέντρο τροχού
  4. (ανατομία) η τραχεία
  5. (ιατρική) το συρίγγιο (ιατρικός όρος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.