τζιτζιφιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τζιτζιφιά | οι | τζιτζιφιές |
| γενική | της | τζιτζιφιάς | των | τζιτζιφιών |
| αιτιατική | την | τζιτζιφιά | τις | τζιτζιφιές |
| κλητική | τζιτζιφιά | τζιτζιφιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τζιτζιφιά < τζίτζιφ(ο) + -ιά[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /dzi.dzi.ˈfça/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τζι‐τζι‐φιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τζιτζιφιά θηλυκό
- (φυτό) θάμνος ή μικρό φυλλοβόλο δέντρο με μικρούς εδώδιμους καρπούς (επιστημονική ονομασία: Ziziphus jujuba) του γένους Ζίζιφος της οικογένειας Ραμνίδες
- ※ Τα τραπεζάκια ήταν αραδιασμένα πάνω στον άμμο και κάτω από τις τζιτζιφιές στο κυμοθάλασσο. (Η μεταπολεμική πεζογραφία: από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τόμος 5, εκδ. Σοκολή, 1992)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη τζίτζιφο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τζιτζιφιά στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τζιτζιφιά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)