τουρκόφιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική τουρκόφιλος τουρκόφιλη τουρκόφιλο
γενική τουρκόφιλου τουρκόφιλης τουρκόφιλου
αιτιατική τουρκόφιλο τουρκόφιλη τουρκόφιλο
κλητική τουρκόφιλε τουρκόφιλη τουρκόφιλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τουρκόφιλοι τουρκόφιλες τουρκόφιλα
γενική τουρκόφιλων τουρκόφιλων τουρκόφιλων
αιτιατική τουρκόφιλους τουρκόφιλες τουρκόφιλα
κλητική τουρκόφιλοι τουρκόφιλες τουρκόφιλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουρκόφιλος < Τουρκ(ία) + -ο- + -φιλος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τουρκόφιλος

  • που είναι φίλος της Τουρκίας, που υποστηρίζει πολιτικά τις τουρκικές θέσεις ή έχει μεγάλη εκτίμηση για οτιδήποτε το τουρκικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]