τσουκάνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουκάνι τσουκάνια
γενική τσουκανιού τσουκανιών
αιτιατική τσουκάνι τσουκάνια
κλητική τσουκάνι τσουκάνια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʦu.ˈka.ni/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουκάνι < (ελληνιστική κοινή) τυκάνη ή (σλαβική) tṩukan

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουκάνι ουδέτερο

  1. πλατυκέφαλο, μεγάλο και χονδρό κουδούνι για γίδια ή πρόβατα, γνωστό και ως τσοκάνα, τσουκάνα, τσοκάνι, τροκάρι, τρουγγάνι, τσιακάρκα ή τσιοκαρουδάκι, για να μπορούν να τα εντοπίσουν οι βοσκοί αν απομακρυνθούν από το κοπάδι
  2. το γλωσσίδι του κουδουνιού
  3. σφυρί για το πελέκημα της πέτρας
  4. είδος αλωνιστικής μηχανής που την σέρνουν υποζύγια, αλλιώς δουκάνη ή βουκάνη (Κύπρος) και αθκάνη (Σέρρες)
  5. (ζωολογία) μικρό νεαρό γριβάδι (ψάρι του γλυκού νερού γνωστό και ως κυπρίνος, καρλιώτικο ή σαζάνι· επιστ. ονομασία: Cyprinus carpio), στην διάλεκτο της περιοχής της Καστοριάς
    Πήγαμε για ψάρεμα στη λίμνη, αλλά βγάλαμε μόνο λίγα τσουκάνια.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]