τυρφώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυρφώδης < τύρφη + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τυρφώδης αρσενικό ή θηλυκό, τυρφώδες ουδέτερο

  1. που μοιάζει με τύρφη
    Καθίσταμαι τυρφώδης.
  2. που περιέχει τύρφη
    Τυρφώδης έκταση.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]