υμενώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υμενώδης υμενώδης υμενώδες
γενική υμενώδους υμενώδους υμενώδους
αιτιατική υμενώδη υμενώδη υμενώδες
κλητική υμενώδη(ς) υμενώδης υμενώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υμενώδεις υμενώδεις υμενώδη
γενική υμενωδών υμενωδών υμενωδών
αιτιατική υμενώδεις υμενώδεις υμενώδη
κλητική υμενώδεις υμενώδεις υμενώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υμενώδης < υμένας + -ώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

υμενώδης,-ης,-ες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]