φερέφωνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φερέφωνο τα φερέφωνα
      γενική του φερεφώνου
& φερέφωνου
των φερεφώνων
& φερέφωνων
    αιτιατική το φερέφωνο τα φερέφωνα
     κλητική φερέφωνο φερέφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φερέφωνο < φέρω + φωνή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική porte-parole)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φερέφωνο ουδέτερο

  • μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτόν που μεταφέρει ή εκφράζει απόψεις άλλων και δεν έχει αυτονομία σκέψης ή/και έκφρασης

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]