φωτόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτόμετρο φωτόμετρα
γενική φωτομέτρου
& φωτόμετρου
φωτομέτρων
& φωτόμετρων
αιτιατική φωτόμετρο φωτόμετρα
κλητική φωτόμετρο φωτόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτόμετρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική photometer < φῶς + μέτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτόμετρο ουδέτερο

  • συσκευή, είτε αυτόνομη είτε ενσωματωμένη σε φωτογραφική μηχανή, η οποία μετρά την ένταση του φωτός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]