φύσαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φύσαλος φυσάλω φύσαλοι
Γενική φυσάλου φυσάλοιν φυσάλων
Δοτική φυσάλ φυσάλοιν φυσάλοις
Αιτιατική φύσαλον φυσάλω φυσάλους
Κλητική φύσαλε φυσάλω φύσαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύσαλος < φυσάω / φυσῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύσαλος αρσενικό

  1. (ζωολογία) είδος βατράχου που φουσκώνει κι έχει δηλητηριώδη ανάσα
  2. (ιχθυολογία) είδος τερατόμορφου και δηλητηριώδους ψαριού
  3. (ιχθυολογία) είδος φάλαινας