χέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέρα < αρχαία ελληνική χέρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χέρα θηλυκό (στον ενικό, γενικής της χέρας)

  1. (ιδιωματικό) το χέρι, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, από την ποιητική αιτιατική του χείρ στην αρχαία ελληνική
  2. (λαϊκότροπο) το χέρι περιπαικτικά ή με τάση υπερβολής, ως συνώνυμο της χερούκλας
    Μάζεφ' τη χέρα σου


Μεταφράσεις[επεξεργασία]