χειρόφρενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χειρόφρενο τα χειρόφρενα
      γενική του χειρόφρενου των χειρόφρενων
    αιτιατική το χειρόφρενο τα χειρόφρενα
     κλητική χειρόφρενο χειρόφρενα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρόφρενο < χειρο- + φρένο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.ˈɾɔ.fɾɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρόφρενο ουδέτερο

  • χειροκίνητος μηχανισμός που επιτρέπει στον οδηγό να ακινητοποιεί το αυτοκίνητο με ασφάλεια ή να κάνει τούς πίσω τροχούς να χάσουν την πρόσφυση για πλαγιολίσθιση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]