χιλιάρικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιλιάρικο χιλιάρικα
γενική χιλιάρικου χιλιάρικων
αιτιατική χιλιάρικο χιλιάρικα
κλητική χιλιάρικο χιλιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιλιάρικο < χίλια + -άρικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιλιάρικο ουδέτερο

  1. το χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χιλιόδραχμο, (αργκό) χήνα, καφετί
  2. ποσό ίσο με 1.000 μονάδες ενός νομίσματος
    έδωσα 20 χιλιάρικα (εννοείται: 20.000) γι' αυτό το σαράβαλο! Τι κοροϊδία!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]