πεντοχίλιαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πεντοχίλιαρο τα πεντοχίλιαρα
      γενική του πεντοχίλιαρου των πεντοχίλιαρων
    αιτιατική το πεντοχίλιαρο τα πεντοχίλιαρα
     κλητική πεντοχίλιαρο πεντοχίλιαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντοχίλιαρο < πεντο- + χιλιάρ(ικο) + -ο [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pen.doˈçi.ʎa.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ντο‐χί‐λια‐ρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεντοχίλιαρο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]