χιονοπέδιλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Χιονοπέδιλα (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιονοπέδιλο χιονοπέδιλα
γενική χιονοπέδιλου χιονοπέδιλων
αιτιατική χιονοπέδιλο χιονοπέδιλα
κλητική χιονοπέδιλο χιονοπέδιλα
Χιονοπέδιλα (2)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονοπέδιλο < χιόνι + -ο- + πέδιλο ((μεταφραστικό δάνειο) (γερμανικά) Schneeschuh)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιονοπέδιλο ουδέτερο

  1. είδος υποδήματος που διευκολύνει αυτόν που το φοράει να περπατάει πάνω στο χιόνι
  2. το καθένα από τα δύο πέδιλα που χρησιμοποιούν όσοι κάνουν σκι στο χιόνι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]