πέδιλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέδιλο τα πέδιλα
      γενική του πέδιλου των πέδιλων
    αιτιατική το πέδιλο τα πέδιλα
     κλητική πέδιλο πέδιλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέδιλο < αρχαία ελληνική πέδιλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds + -ιλον (πόδι) (4,5: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sabot)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpε.ði.lɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέδιλο ουδέτερο

  1. είδος ανοιχτού (ως επί το πλείστον) στο επάνω μέρος υποδήματος
     συνώνυμα: σανδάλι
  2. παρόμοιο υπόδημα ειδικής κατασκευής για συγκεκριμένες δραστηριότητες
    δείτε τις λέξεις βατραχοπέδιλο και παγοπέδιλο
  3. πεντάλι, πεντάλ, ποδόπληκτρο
  4. (αρχιτεκτονική) η βάση μιας κολόνας οικοδομής, που αποτελεί τμήμα των θεμελίων
  5. αντίστοιχη βάση ανάλογου σκοπού, π.χ. που στηρίζει το κατάρτι ιστιοφόρου
  6. σχοινί με θηλιές που δένουν τα πόδια κάποιων ζώων για διάφορους λόγους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]