χρωστική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρωστική < χρωστικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρωστική θηλυκό

  1. ουσία στα κύτταρα που δίνει χρώμα στον ιστό από αυτά τα κύτταρα, πχ. στο δέρμα και τα μαλλιά
    τα φύλλα των φυτών περιέχουν χλωροφύλλη, μια χρωστική που τους προσδίδει το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

χρωστική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]