χύσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύσι < χύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χύσι ουδέτερο

  1. (χυδαίο) (συνηθίζεται στον πληθυντικό) υγρό που κατά το τέλος της συνουσίας εκκρίνεται από τα γεννητικά όργανα. Στον άντρα είναι το σπέρμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]