ωμόπλινθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωμόπλινθος ωμόπλινθοι
γενική ωμοπλίνθου
& ωμόπλινθου
ωμοπλίνθων
& ωμόπλινθων
αιτιατική ωμόπλινθο ωμοπλίνθους
& ωμόπλινθους
κλητική ωμόπλινθε ωμόπλινθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωμόπλινθος < ωμός + πλίνθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωμόπλινθος θηλυκό

  1. πλίνθος από πηλό που δεν έχει ψηθεί σε καμίνι, αλλά έχει αφεθεί να στεγνώσει στον ήλιο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]