πλίνθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλίνθος πλίνθοι
γενική πλίνθου πλίνθων
αιτιατική πλίνθο πλίνθους
κλητική πλίνθε
πλίνθο*
πλίνθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλίνθος < αρχαία ελληνική πλίνθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλίνθος θηλυκό

  1. (λόγιο) δομικό υλικό που κατασκευάζευαι από πηλό (παλαιότερα και άχυρο) σε κυβικά καλούπια, ψήνεται ή στεγνώνει στον ήλιο
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει με πλίνθο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]