Μετάβαση στο περιεχόμενο

δομικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δομικός η δομική το δομικό
      γενική του δομικού της δομικής του δομικού
    αιτιατική τον δομικό τη δομική το δομικό
     κλητική δομικέ δομική δομικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δομικοί οι δομικές τα δομικά
      γενική των δομικών των δομικών των δομικών
    αιτιατική τους δομικούς τις δομικές τα δομικά
     κλητική δομικοί δομικές δομικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δομικός < δομή + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

δομικός

  • αυτός που είναι σχετικός με τη δομή ή τη δόμηση
    Ωστόσο, όλοι ξέρουμε σήμερα ότι ο αφορισμός δεν στάθηκε ικανός να αποτρέψει την επαναστατική κίνηση. Έτσι ενεργοποιήθηκε μια νέα διχοτομία: χριστιανοί-αποστάτες, μουσουλμάνοι-αμυνόμενοι, η οποία συνέχιζε ανεστραμμένη την προαιώνια και δομική διχοτομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας: χριστιανοί-υποτελείς, μουσουλμάνοι-κυρίαρχοι. (Β. Παναγιωτόπουλος, Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα , από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]