ἄμβων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄμβων ἄμβωνε ἄμβωνες
Γενική ἄμβωνος ἀμβώνοιν ἀμβώνων
Δοτική ἄμβωνι ἀμβώνοιν ἄμβωσι(ν)
Αιτιατική ἄμβωνα ἄμβωνε ἄμβωνας
Κλητική ἄμβων ἄμβωνε ἄμβωνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄμβων < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄμβων

  1. ράχη βουνού
  2. εξόγκωμα
  3. (θρησκεία) (μεσαιωνική ελληνική) άμβωνας