Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄρκτος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άρκτος, Άρκτος, Ἄρκτος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἄρκτος οἱ/αἱ ἄρκτοι
      γενική τοῦ/τῆς ἄρκτου τῶν ἄρκτων
      δοτική τῷ/τῇ ἄρκτ τοῖς/ταῖς ἄρκτοις
    αιτιατική τὸν/τὴν ἄρκτον τοὺς/τὰς ἄρκτους
     κλητική ! ἄρκτε ἄρκτοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄρκτω
γεν-δοτ τοῖν  ἄρκτοιν
Σπανιότερα ως αρσενικό.
Για τον αστερισμό Ἄρκτος, θηλυκό.
Για το όνομα Ἄρκτος, αρσενικό.
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄρκτος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *árktos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ŕ̥tḱos (αρκούδα)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: arctus

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄρκτος, -ου αρσενικό ή θηλυκό

  1. (θηλαστικό ζώο) η αρκούδα
  2. (γεωγραφία) ο βορράς
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 148
    τὸ δὲ Πανιώνιον ἐστὶ τῆς Μυκάλης χῶρος ἱρὸς πρὸς ἄρκτον τετραμμένος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Α, 7.6
    πρὸς δὲ ἄρκτον μέχρι οὗ διὰ χειμῶνα
  3. (θαλάσσιο ζώο) είδος καβουριού (Scyllarus arctus)
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Ε, 17
    Τοῖς δὲ χρόνοις παραπλησίως καὶ αἱ καλούμεναι ἄρκτοι τίκτουσι τοῖς καράβοις·

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]