ἅλμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άλμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅλμα < ἅλλομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἅλμα ουδέτερο

  1. άλμα, πήδημα
    • άλμα σε αθλητικό αγώνα
  2. παλμός (του εμβρύου ή της καρδιάς)

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883