ἐλέφας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐλέφας ἐλέφαντε ἐλέφαντες
Γενική ἐλέφαντος ἐλεφάντοιν ἐλεφάντων
Δοτική ἐλέφαντι ἐλεφάντοιν ἐλέφασι(ν)
Αιτιατική ἐλέφαντα ἐλέφαντε ἐλέφαντας
Κλητική ἐλέφαν ἐλέφαντε ἐλέφαντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐλέφας < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐλέφας αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο ελέφαντας
  2. ελεφαντοστό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]