ὕψωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕψωμα ὑψώματε ὑψώματα
Γενική ὑψώματος ὑψωμάτοιν ὑψωμάτων
Δοτική ὑψώματι ὑψωμάτοιν ὑψώμασι
Αιτιατική ὕψωμα ὑψώματε ὑψώματα
Κλητική ὕψωμα ὑψώματε ὑψώματα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕψωμα < ὑψόω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕψωμα ουδέτερο

  1. το ύψωμα, τα ύψη
    οὐ χθὼν οὐρανίοις ὑψώμασι φθονέει
  2. το πιο υψωμένο σημείο\περιοχή
    το ὕψωμα της ρινός (Γαληνός)
  3. η ύψωση αστερισμών και ουρανίων σωμάτων (αντώνυμο: ταπείνωμα)
    ἔφη σὺ δέδιας μὴ καθάπερ Αἰγύπτιοι τοὺς ἀστέρας ὑψώματα καὶ ταπεινώματα λαμβάνοντας ἐν τοῖς τόποις οὓς διεξίασι γίγνεσθαι (Πλούταρχος)
  4. (μεταγενέστερα) ηθική εξύψωση με τη μεταφορική έννοια
    τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ τῷ λόγῳ χωρήσωμεν, καθαιροῦντες αὐτῶν πᾶν ὕψωμα διανοίας ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ (Επιστολαί, Βασιλείου Καισαρείας)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]