Μετάβαση στο περιεχόμενο

-κηπος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : κήπος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο -κηπος οι -κηποι
      γενική του -κηπου των -κηπων
    αιτιατική τον -κηπο τους -κηπους
     κλητική -κηπε -κηποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-κηπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή -κηπος < αρχαία ελληνική κῆπος[1]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-κηπος αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

→ ζητούμενο λήμμα