Friedhof

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Friedhof < Frieden + Hof

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Friedhof die Friedhöfe
γενική des Friedhofs
des Friedhofes
der Friedhöfe
δοτική dem Friedhof den Friedhöfen
αιτιατική den Friedhof die Friedhöfe

Friedhof (de) αρσενικό