Μετάβαση στο περιεχόμενο

Friedhof

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Friedhof die Friedhöfe
γενική des Friedhofes
Friedhofs
der Friedhöfe
δοτική dem Friedhof
Friedhofe
den Friedhöfen
αιτιατική den Friedhof die Friedhöfe

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Friedhof < Frieden + Hof

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Friedhof (de) αρσενικό

  • Friedhof - Duden online.
  • Friedhof @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Friedhof < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Friedhof αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023