Μετάβαση στο περιεχόμενο

Wein

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Wein die Weine
γενική des Weins
Weines
der Weine
δοτική dem Wein
Weine
den Weinen
αιτιατική den Wein die Weine

Προφορά

[επεξεργασία]
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Wein (de) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Wein αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Wein < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Wein αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023