Witz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Witz die Witze
γενική des Witzes der Witze
δοτική dem Witz
dem Witze
den Witzen
αιτιατική den Witz die Witze

Witz (de) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]