Zeit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Zeit die Zeiten
γενική der Zeit der Zeiten
δοτική der Zeit den Zeiten
αιτιατική die Zeit die Zeiten


Προφορά[επεξεργασία]

Zeit (αυστριακή προφορά) 
Zeit 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Zeit (de) θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]