Μετάβαση στο περιεχόμενο

Zeit

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Zeit die Zeiten
γενική der Zeit der Zeiten
δοτική der Zeit den Zeiten
αιτιατική die Zeit die Zeiten

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Zeit < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική zīt < παλαιά άνω γερμανική zīt [1] < πρωτογερμανική *tīdi < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂y [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡saɪ̯t/
 
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Zeit (de) θηλυκό

  1. ο χρόνος
    Ich habe im Moment keine Zeit, ich bin beschäftigt.
    Δεν έχω χρόνο αυτή τη στιγμή, είμαι απασχολημένος.
  2. η χρονική περίοδος, η εποχή, τα χρόνια
    Zu meiner Zeit hatten Kinder keine Handys.
    Στην εποχή μου τα παιδιά δεν είχαν κινητά.
     συνώνυμα: Zeitraum, Zeitspanne
  3. η ώρα
    Um welche Zeit fängt die Aufführung an?
    Τι ώρα ξεκινάει η παράσταση;
     συνώνυμα: Uhrzeit, Zeitpunkt
  4. η στιγμή
    Es ist nicht die richtige Zeit, um sie anzurufen.
    Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να την πάρεις τηλέφωνο.
     συνώνυμα: Augenblick, Moment
  5. (γραμματική) ο γραμματικός χρόνος
    In welcher Zeit steht das Verb „ich habe gemacht“? - Im Perfekt.
    Σε ποιον χρόνο βρίσκεται το ρήμα «έχω κάνει»; - Στον παρακείμενο.
     συνώνυμα: Tempus, Zeitform

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Zeit στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Zeit - Duden online.
  2. Zeit - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).