Zeit
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Zeit | die | Zeiten |
| γενική | der | Zeit | der | Zeiten |
| δοτική | der | Zeit | den | Zeiten |
| αιτιατική | die | Zeit | die | Zeiten |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Zeit < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική zīt < παλαιά άνω γερμανική zīt [1] < πρωτογερμανική *tīdi < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂y [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Zeit (de) θηλυκό
- ο χρόνος
- Ich habe im Moment keine Zeit, ich bin beschäftigt.
- Δεν έχω χρόνο αυτή τη στιγμή, είμαι απασχολημένος.
- Ich habe im Moment keine Zeit, ich bin beschäftigt.
- η χρονική περίοδος, η εποχή, τα χρόνια
- Zu meiner Zeit hatten Kinder keine Handys.
- Στην εποχή μου τα παιδιά δεν είχαν κινητά.
- ≈ συνώνυμα: Zeitraum, Zeitspanne
- Zu meiner Zeit hatten Kinder keine Handys.
- η ώρα
- η στιγμή
- Es ist nicht die richtige Zeit, um sie anzurufen.
- Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να την πάρεις τηλέφωνο.
- ≈ συνώνυμα: Augenblick, Moment
- Es ist nicht die richtige Zeit, um sie anzurufen.
- (γραμματική) ο γραμματικός χρόνος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Amtszeit
- Arbeitszeit
- Auszeit
- Besuchszeit
- derzeit
- Echtzeit
- Eiszeit
- Fastenzeit
- Folgezeit
- Freizeit
- Halbwertszeit
- Halbzeit
- Hochzeit
- Jahreszeit
- jederzeit
- Kinderzeit
- Laufzeit
- Lehrzeit
- Mahlzeit
- Probezeit
- Raumzeit
- Regenzeit
- Steinzeit
- Tageszeit
- Teilzeit
- Trockenzeit
- Urzeit
- Vollzeit
- Zeitalter
- Zeitgeist
- zeitgemäß
- Zeitlang
- Zeitlupe
- Zeitraffer
- Zeitreise
- Zeitschrift
- zeitweilig
- Zeitwort
- Zeitzone
- zurzeit
- Zwischenzeit
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Zeit στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά θηλυκά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Γραμματική (γερμανικά)