frater
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- frāter < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *frātēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰréh₂tēr. Συγγενή: αρχαία ελληνική φράτηρ, σανσκριτική भ्रातृ (bhrā́tṛ), το αγγλοσαξονική brōþor > αγγλική brother.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfraːter/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : fra‐ter
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]frāter (la) αρσενικό
- (οικογένεια) αδελφός
- φίλος
- αγαπημένος
- (σημασία στα εκκλησιαστικά λατινικά) αδερφός (μέλος θρησκευτικής αδελφότητας)
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | frater | fratrēs |
| γενική | fratris | fratrum |
| δοτική | fratrī | fratribus |
| αιτιατική | fratrem | fratrēs |
| κλητική | frater | fratrēs |
| αφαιρετική | fratre | fratribus |
Πηγές
[επεξεργασία]- frater - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- frater - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Reconstruction:Proto-Indo-European/bʰréh₂tēr στο αγγλικό Βικιλεξικό
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- frater < Σημασία 2 «αδελφός» < (λόγιο δάνειο) εκκλησιαστική λατινική frāter
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfraːtər/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : fra‐ter
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]frater (nl) αρσενικό
- (πτηνό) είδος πτηνού (Linaria flavirostris)
- (θρησκεία) ο αδελφός (μέλος θρησκευτικής αδελφότητας)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ολλανδικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ουσιαστικά (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Οικογένεια (λατινικά)
- Εκκλησιαστική σημασία για λατινικές λέξεις
- Λατινικά ουσιαστικά Γ κλίσης
- Λόγια δάνεια από τα εκκλησιαστικά λατινικά (ολλανδικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εκκλησιαστικά λατινικά (ολλανδικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (ολλανδικά)
- Ολλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ολλανδικά)
- Πτηνά (ολλανδικά)
- Ζώα (ολλανδικά)
- Θρησκεία (ολλανδικά)
