Μετάβαση στο περιεχόμενο

frater

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
frāter < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *frātēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰréh₂tēr. Συγγενή: αρχαία ελληνική φράτηρ, σανσκριτική भ्रातृ (bhrā́tṛ), το αγγλοσαξονική brōþor > αγγλική brother.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfraːter/
τυπογραφικός συλλαβισμός: frater

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

frāter (la) αρσενικό

  1. (οικογένεια) αδελφός
  2. φίλος
  3. αγαπημένος
  4. (σημασία στα εκκλησιαστικά λατινικά) αδερφός (μέλος θρησκευτικής αδελφότητας)
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική frater fratrēs
γενική fratris fratrum
δοτική fratrī fratribus
αιτιατική fratrem fratrēs
κλητική frater fratrēs
αφαιρετική fratre fratribus
(γ' κλίση)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ολλανδική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
frater < Σημασία 2 «αδελφός» < (λόγιο δάνειο) εκκλησιαστική λατινική frāter

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfraːtər/
τυπογραφικός συλλαβισμός: frater

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

frater (nl) αρσενικό

  1. (πτηνό) είδος πτηνού (Linaria flavirostris)
  2. (θρησκεία) ο αδελφός (μέλος θρησκευτικής αδελφότητας)