Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


given (en)

  1. δεδομένου
    given the number of people who showed up, it's a wonder the neighbors never complained about the noise
  2. δοθείς
    given the opportunity: ευκαιρίας δοθείσης
  3. ορισμένος, δεδομένος
    we can track which search topics are the hottest at a given time
  4. επιρρεπής
    he is given to outbursts of anger from time to time

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

given (en)