δοθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δοθείς
δοθέντας
η δοθείσα το δοθέν
      γενική του δοθέντος
δοθέντα
της δοθείσας
δοθείσης*
του δοθέντος
    αιτιατική τον δοθέντα τη δοθείσα το δοθέν
     κλητική δοθείς
δοθέντα
δοθείσα δοθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δοθέντες οι δοθείσες τα δοθέντα
      γενική των δοθέντων των δοθεισών των δοθέντων
    αιτιατική τους δοθέντες τις δοθείσες τα δοθέντα
     κλητική δοθέντες δοθείσες δοθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
δοθείς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοθείς, δοθεῖσα, δοθέν, του παθητικού αορίστου ἐδόθην, του ρήματος δίδομαι < δίδωμι

Μετοχή[επεξεργασία]

δοθείς, -είσα, -έν

  • που έχει δοθεί, που είναι δεδομένος, λόγια λέξη συνώνυμη του δοσμένος
    ευκαιρίας δοθείσης
    Αρνήθηκε, δοθέντος ότι εξαρχής διαφωνούσε.
    Βρείτε την απόσταση Χ του δοθέντος σημείου...
    Δοθέντος ενός ακεραίου k, να βρεθεί...

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

{[clear}}

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

δοθείς: ρηματικός τύπος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δοθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίδομαι
  2. θα δοθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίδομαι, παθητική φωνή του δίδω



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική δοθείς δοθεῖσ τὸ δοθέν
      γενική τοῦ δοθέντος τῆς δοθείσης τοῦ δοθέντος
      δοτική τῷ δοθέντ τῇ δοθείσ τῷ δοθέντ
    αιτιατική τὸν δοθέντ τὴν δοθεῖσᾰν τὸ δοθέν
     κλητική ! δοθείς δοθεῖσ δοθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δοθέντες αἱ δοθεῖσαι τὰ δοθέντ
      γενική τῶν δοθέντων τῶν δοθεισῶν τῶν δοθέντων
      δοτική τοῖς δοθεῖσῐ(ν) ταῖς δοθείσαις(ν) τοῖς δοθεῖσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς δοθέντᾰς τὰς δοθείσᾱς τὰ δοθέντ
     κλητική ! δοθέντες δοθεῖσαι δοθέντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δοθέντε τὼ δοθείσ τὼ δοθέντε
      γεν-δοτ τοῖν δοθέντοιν τοῖν δοθείσαιν τοῖν δοθέντοιν
3&1η κλίση, Κατηγορία όπως «λυθείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή[επεξεργασία]

δοθείς