Μετάβαση στο περιεχόμενο

pressing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός pressing
συγκριτικός more pressing
υπερθετικός most pressing

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpres.ɪŋ/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

pressing (en)

  1. επείγων
  2. επίμονος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pressing pressings

pressing (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pressing (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pressing pressings

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʁɛ.siŋ/ και /pʁe.siŋ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pressing (fr) αρσενικό