Μετάβαση στο περιεχόμενο

really

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός really
συγκριτικός more really
υπερθετικός most really

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
really < real + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

really (en)

  1. πολύ, πραγματικά, αληθινά, χρησιμοποιείται για να τονίσει ένα επίθετο ή ένα επίρρημα
    παράδειγμα  It is really kind of you.
    Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας.
    παράδειγμα  Those who build really flashy houses become less happy.
    Αυτοί που χτίζουν πραγματικά φανταχτερά σπίτια γίνονται λιγότερο ευτυχισμένοι.
    παράδειγμα  He is a really honest man.
    Είναι αληθινά τίμιος άνθρωπος.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη extremely
  2. πάρα πολύ, πράγματι, αληθινά. χρησιμοποιείται για να τονίσει κάτι που λέω ή μια γνώμη που λέω
    παράδειγμα  I really love you.
    Σ' αγαπώ πάρα πολύ.
    παράδειγμα  If you really want to succeed, you have to work hard.
    Aν θες πράγματι να πετύχεις, πρέπει να κοπιάσεις.
    παράδειγμα  She really loves him.
    Τον αγαπάει αληθινά.
     συνώνυμα:  a lot, so much και very much
  3. αλήθεια, χρησιμοποιείται για να εκφράσει ενδιαφέρον ή έκπληξη για αυτό που λέει κάποιος
    παράδειγμα  -I saw him. -Really?
    -Τον είδα. -Αλήθεια;
    παράδειγμα  Really, is that so?
    Αλήθεια, έτσι είναι;
    παράδειγμα  Really, how was that possible?
    Αλήθεια, πώς ήταν δυνατόν;
  4. πράγματι, αληθινά, αλήθεια, χρησιμοποιείται για να πει ποια είναι στην πραγματικότητα η αλήθεια για κάτι
    παράδειγμα  Really, that’s how it happened.
    Πράγματι, έτσι έγινε.
    παράδειγμα  He really cried.
    Έκλαψε αληθινά.
    παράδειγμα  Did you really see him stealing?
    Τον είδες αληθινά να κλέβει;
    παράδειγμα  He really did behave like a gentleman.
    Φέρθηκε αληθινά σαν κύριος.
    παράδειγμα  Why did you really leave so early yesterday?
    Αλήθεια γιατί έφυγες τόσο νωρίς χτες;
    παράδειγμα  What are you really saying? Is that what you think the situation is?
    Tι λες, αλήθεια! Έτσι νομίζεις ότι είναι η κατάσταση;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη actually
  5. πραγματικά, χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις και αρνητικές προτάσεις όταν θέλω κάποιος να πει "όχι"
    παράδειγμα  Do you really expect me to believe it?
    Θέλεις πραγματικά να το πιστέψω;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη actually
  6. χρησιμοποιείται για να δείξει ότι νομίζω ότι κάτι που έχει κάνει κάποιος είναι κακό
    παράδειγμα  Really? How rude!
    Μα τι λες! Τι αγένεια!