relax

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ενεστώτας relax
γ΄ ενικό Ενεστώτα relaxes
Αόριστος relaxed
Παθητική μετοχή relaxed
Ενεργητική μετοχή relaxing

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

relax < παλαιά γαλλική relaxer < λατινική relaxare (χαλαρώνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

relax (en)

  1. χαλαρώνω, ηρεμώ
    When i listen to music, I relax.
    Όταν ακούω μουσική, χαλαρώνω.
    Relax the ropes.
    Χαλάρωσε τα σχοινιά.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]