reveal
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| reveal | reveals |
reveal (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | reveal |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | reveals |
| αόριστος | revealed |
| παθητική μετοχή | revealed |
| ενεργητική μετοχή | revealing |
reveal (en) (μεταβατικό)
- αποκαλύπτω, φανερώνω, ξεσκεπάζω, προδίδω, μαρτυρώ, κάνω κάτι γνωστό
She revealed my secret.
- Αποκάλυψε το μυστικό μου.
He revealed that he had been bribed.
- Αποκάλυψε ότι έχει δωροδοκηθεί.
The letters he had written to his daughter from prison revealed a lot about his life.
- Τα γράμματα που είχε γράψει στην κόρη του από τη φυλακή, φανέρωσαν πολλά για τη ζωή του.
The investigations revealed the financial scandals.
- Οι έρευνες ξεσκέπασαν τα οικονομικά σκάνδαλα.
His voice revealed discontent.
- Η φωνή του πρόδιδε δυσαρέσκεια.
Your comments reveal your ignorance.
- Οι παρατηρήσεις σου μαρτυρούν την άγνοιά σου.
- ≈ συνώνυμα: blow the lid off, disclose, expose, give away, uncover και unveil
- αποκαλύπτω, φανερώνω, δείχνω κάτι που προηγουμένως δεν μπορούσε να φανεί
The restoration work of the temple revealed an older layer with wall paintings.
- Τα έργα της αναστήλωσης του ναού αποκάλυψαν ένα παλαιότερο στρώμα με τοιχογραφίες.
The dress revealed her luscious curves.
- Το φόρεμα αποκάλυπτε τις πλούσιες καμπύλες της.
She was wearing a mask and didn’t reveal her face.
- Φορούσε μια μάσκα και δε φανέρωνε το πρόσωπό της.