βίος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- < αρχαία ελληνικά, βίος
Ουσιαστικό
βίος αρσενικό
- η ζωή
- περιπετειώδης βίος
- βίος ανθόσπαρτος
- η δραστηριότητα σ' ένα τομέα της ζωής
- ο συζυγικός τους βίος ήταν δυστυχισμένος
- η αφήγηση της ζωής και της δραστηριότητας ανθρώπων, βιογραφία
- βίοι επιφανών ανδρών
Μεταφράσεις
|
|