κασσίτερος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κασσίτερος | κασσίτεροι |
| γενική | κασσιτέρου ή κασσίτερου |
κασσιτέρων ή κασσίτερων |
| αιτιατική | κασσίτερο | κασσιτέρους ή κασσίτερους |
| κλητική | κασσίτερε | κασσίτεροι |
[
]
Ετυμολογία
- κασσίτερος < από την αρχαία περσική λέξη κασιτέρ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.ˈsi.tɛ.ɾɔs/
[
]
Ουσιαστικό
κασσίτερος αρσενικό
[
]
Δείτε επίσης
- κασσίτερος στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
κασσίτερος
|