καταρράκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταρράκτης καταρράκτες
γενική καταρράκτη καταρρακτών
αιτιατική καταρράκτη καταρράκτες
κλητική καταρράκτη καταρράκτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταρράκτης < καταρράσσω (: εφορμώ βίαια)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈɾa.ktis/
καταρράκτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

καταρράκτης αρσενικό και καταρράχτης

  1. η ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές
    οι καταρράκτες του Νιαγάρα
  2. (μεταφορικά) συνεχής και ασυγκράτητη ροή
    καταρράκτης πληροφοριών
  3. (ιατρική) ασθένεια των ματιών που οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη θαμπάδας στον οφθαλμικό φακό με συνέπεια την απώλεια ή τη μείωση της όρασης

Εκφράσεις []

  • ανοίγουν οι καταρράκτες του ουρανού: ραγδαία βροχόπτωση, κατακλυσμιαία βροχή (πρβλ. τη βιβλική φράση καὶ οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν - Γένεσις, 7.11)

32πχ Μεταφράσεις []