καταρράκτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καταρράκτης | καταρράκτες |
| γενική | καταρράκτη | καταρρακτών |
| αιτιατική | καταρράκτη | καταρράκτες |
| κλητική | καταρράκτη | καταρράκτες |
Ετυμολογία [
]
- καταρράκτης < καταρράσσω (: εφορμώ βίαια)
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ka.ta.ˈɾa.ktis/
Ουσιαστικό [
]
καταρράκτης αρσενικό και καταρράχτης
- η ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές
- οι καταρράκτες του Νιαγάρα
- (μεταφορικά) συνεχής και ασυγκράτητη ροή
- καταρράκτης πληροφοριών
- (ιατρική) ασθένεια των ματιών που οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη θαμπάδας στον οφθαλμικό φακό με συνέπεια την απώλεια ή τη μείωση της όρασης
Εκφράσεις [
]
- ανοίγουν οι καταρράκτες του ουρανού: ραγδαία βροχόπτωση, κατακλυσμιαία βροχή (πρβλ. τη βιβλική φράση καὶ οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν - Γένεσις, 7.11)
Μεταφράσεις [
]
καταρράκτης
|
|