μολύβι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μολύβι | μολύβια |
| γενική | μολυβιού | μολυβιών |
| αιτιατική | μολύβι | μολύβια |
| κλητική | μολύβι | μολύβια |
Ετυμολογία [
]
- μολύβι < Από το μόλυβδος.
Ουσιαστικό [
]
μολύβι ουδέτερο
- κοινή ονομασία του μόλυβδου, ένα από τα απλά στοιχεία της φύσης. Σύμβολο: Pb.
- (συνεκδοχικά) Τα σκάγια ενός ντουφεκιού, αποτελούμενα από μόλυβδο.
- αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη από ξύλο.
- (συνεκδοχικά) η ζωγραφιά, το σκίτσο που είναι κατασκευασμένο με μολύβι (3)
- (μεταφορικά) πολύ βαρύ αντικείμενο
[
]
Μεταφράσεις [
]
ο μόλυβδος
|
→ δείτε τη λέξη: μόλυβδος |
αντικείμενο γραφής
|
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: