πρωτόκολλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
| γενική | πρωτόκολλου | πρωτόκολλων |
| αιτιατική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
| κλητική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
| γενική | πρωτοκόλλου | πρωτοκόλλων |
| αιτιατική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
| κλητική | πρωτόκολλο | πρωτόκολλα |
[
]
Ετυμολογία
- πρωτόκολλο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πρωτόκολλο ουδέτερο
- Σημείωση που βρισκόταν σε κυλινδρικούς παπύρους, κολλημένη στην αρχή του κειμένου, και περιείχε εξήγηση ή περίληψη του περιεχομένου.
- Το πρώτο τεμάχιο ή τμήμα ειληταρίου.
- Βιβλίο στο οποίο καταγράφονται ημερολογιακά και με αύξοντα αριθμό όλα τα εισερχόμενα-εξερχόμενα.
- (συνεκδοχικά) Η υπηρεσία που τηρεί το αντίστοιχο πρωτόκολλο.
- Πέρασε από το πρωτόκολλο να πάρεις αριθμό.
- Έντυπο στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι πράξεις που γίνονται κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής ή άλλων ενεργειών.
- Στο πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής φαίνεται ότι υπήρχαν μόνο 4 καρέκλες.
- Τι είναι, πότε συντάσσεται και πότε γίνεται οριστικό το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής;
- Κατά τη διάρκεια ερευνών πρέπει να ακολουθείται επιστημονικό πρωτόκολλο βασισμένο στις οδηγίες έγκριτων οργανισμών υγείας.
- Το IP είναι ένα ασύγχρονο πρωτόκολλο επικοινωνίας για δίκτυα.