Χάγη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Χάγη | ||
| γενική | της | Χάγης | ||
| αιτιατική | τη | Χάγη | ||
| κλητική | Χάγη | |||
| Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χάγη θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Χάγη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Χάγη
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Χάγη < γενική ενικού του αρσενικού Χάγης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χάγη θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Χάγης)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σκόνη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ολλανδικά (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Πόλεις της Ολλανδίας (νέα ελληνικά)
- Πόλεις (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ολλανδίας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία επώνυμα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)