Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χάγη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Χάγη
      γενική της Χάγης
    αιτιατική τη Χάγη
     κλητική Χάγη
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Χάγη < (άμεσο δάνειο) γαλλική Hague < ολλανδική Den Haag ("θάμνος")

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χάγη θηλυκό

  • πόλη της Ολλανδίας στην οποία βρίσκεται η έδρα της ολλανδικής κυβέρνησης

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Χάγη < γενική ενικού του αρσενικού Χάγης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χάγη θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Χάγης)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]