Μετάβαση στο περιεχόμενο

άκαρπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άκαρπος η άκαρπη το άκαρπο
      γενική του άκαρπου της άκαρπης του άκαρπου
    αιτιατική τον άκαρπο την άκαρπη το άκαρπο
     κλητική άκαρπε άκαρπη άκαρπο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άκαρποι οι άκαρπες τα άκαρπα
      γενική των άκαρπων των άκαρπων των άκαρπων
    αιτιατική τους άκαρπους τις άκαρπες τα άκαρπα
     κλητική άκαρποι άκαρπες άκαρπα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άκαρπος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἄκαρπος < αρχαία ελληνική ἄκαρπος[1], και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική infructueux[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.kaɾ.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άκαρπος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άκαρπος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά, για φυτό) που δεν παράγει καρπούς
    παράδειγμα Έχουμε μια μηλιά στην αυλή αλλά είναι άκαρπη.
     συνώνυμα: άγονος
     αντώνυμα: γόνιμος, εύφορος, καρποφόρος
  2. (κατ’ επέκταση, για άνθρωπο) που αδυνατεί να τεκνοποιήσει
    παράδειγμα άκαρπο ζευγάρι
     συνώνυμα: άτεκνος, στείρος
  3. (μεταφορικά, για πράξη, ενέργεια) που δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα
    παράδειγμα Οι διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες.
    παράδειγμα Οι προσπάθειές τους παρέμειναν άκαρπες.
     συνώνυμα: άγονος, ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος, στείρος
     αντώνυμα: αποτελεσματικός, επιτυχής

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. άκαρπος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. άκαρπος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)