άσσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άσσος οι άσσοι
      γενική του άσσου των άσσων
    αιτιατική τον άσσο τους άσσους
     κλητική άσσε άσσοι
Παράρτημα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.sɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσσος αρσενικό ή άσος

  • δείτε τη λέξη  άσος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]