έξεργος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έξεργος έξεργη έξεργο
γενική έξεργου έξεργης έξεργου
αιτιατική έξεργο έξεργη έξεργο
κλητική έξεργε έξεργη έξεργο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έξεργοι έξεργες έξεργα
γενική έξεργων έξεργων έξεργων
αιτιατική έξεργους έξεργες έξεργα
κλητική έξεργοι έξεργες έξεργα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξεργος < εξ- + έργο + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έξεργος, -η, -ο

  1. (τέχνη) που προεξέχει (αρκετά) από την υπόλοιπη επιφάνεια
    Η γυναικεία μορφή εικονίζεται σε έξεργο ανάγλυφο ένθρονη, κατά μέτωπο, με στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο καλύπτει το πίσω μέρος του κεφαλιού. Δύο ζεύγη αλόγων πλαισιώνουν τη θεά, τα δύο μπροστινά σε έξεργο ανάγλυφο, τα άλλα δύο σε χαμηλό. (Μόνιμη έκθεση Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Αναθηματικό ανάγλυφο με παράσταση της κελτικής θεάς Επόνας)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) έξεργο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]